24 Δεκ 2016

Ο δρόμος έχει τη δική του ιστορία

Ενας δρόμος ενώνει το χτες με το σήμερα στον Πειραιά. Μάλιστα, χωρίς σχέδιο, σαν κάποιο αόρατο χέρι να φρόντισε γι’ αυτό, σε κάθε γωνιά του σώζεται ένα χαρακτηριστικό δείγμα της ιστορικής διαδρομής της πόλης.

Ισως να ήταν το… χέρι του θεού Ερμή, μια και από την αρχαιότητα εκεί, στην οδό «Δημ. Γούναρη» ή «Μακράς Στοάς», όπως ονομαζόταν πριν από το 1937, χτυπάει η καρδιά του εμπορίου.

«Δημ. Γούναρη» και «Ακτή Ποσειδώνος» γωνία. Είναι ορατά (και εγκαταλειμμένα) τα απομεινάρια της Μακράς Στοάς, που κατασκευάστηκε την εποχή του Περικλέους (451 π.Χ.).

Ηταν μια από τις πέντε Στοές του Πειραιά, στο τμήμα της παραλίας που ονομαζόταν «Εμπόριον».

Λίγο πιο μακριά, σ’ ένα τρίγωνο που σχηματίζουν οι οδοί Δημ. Γούναρη, Ναβαρίνου και Αριστείδου, βρισκόταν το Αμαξοστάσιο, η «πιάτσα» για τα αμαξάκια, το βασικό μεταφορικό-συγκοινωνιακό μέσο της πόλης κατά τον 19ο αιώνα και στις αρχές του 20ού.

Πιο πάνω σώζεται ένα από τα μακαρονοποιεία του Πειραιά, από τα πρώτα βιομηχανικά κτίρια της πόλης, και γύρω γύρω ένα αταίριαστο αλλά γοητευτικό «χαρμάνι» από κλειστά παλαιά καταστήματα και αποθήκες, με κάποιες ξεβαμμένες πινακίδες να θυμίζουν ότι κάποτε είχαν «ζωή», μαζί με απρόσωπα κτίρια 30 ή 40 χρόνων.

Οπως και να 'χει, στον δρόμο αυτό συνεχίζει να χτυπά η καρδιά του εμπορίου, με τη δημοτική αγορά της πόλης αλλά και ένα σωρό μαγαζιά που μοιάζουν να «ξεπηδάνε» από το παρελθόν με τις πραμάτειες στο πεζοδρόμιο…


Φωτ. Βασίλης Μαθιουδάκης

⤊ Εικόνες από άλλες εποχές, με την πραμάτεια των καταστημάτων στο πεζοδρόμιο, «ζωντανεύουν» ακόμα στην οδό Δ. Γούναρη, στην «καρδιά» του εμπορικού Πειραιά. Ακόμα και οι μετανάστες φαίνεται να ταιριάζουν στον χώρο, καθώς το λιμάνι ανέκαθεν αποτελούσε χώρο φιλικό προς τους ξένους ⤋


Φωτ. Βασίλης Μαθιουδάκης



Η… βόλτα στην οδό Δημ. Γούναρη αρχίζει αναπόφευκτα από το τέλος ή την αρχή της, στο λιμάνι του Πειραιά, στη διασταύρωση με την Ακτή Ποσειδώνος (τη λεωφόρο Πλούτωνος, των παλαιών χρόνων).

Στη γωνία, σε ένα χορταριασμένο οικόπεδο, συνήθως με λιμνάζοντα νερά, διακρίνονται τμήματα της Μακράς Στοάς.

Ηταν μια από τις πέντε Στοές που είχε κατά την αρχαιότητα το λιμάνι και χρησίμευαν για τις εμπορικές συναλλαγές και ως αποθηκευτικοί χώροι.

Η Μακρά Στοά ταυτίζεται με την Αλφιτόπωλιν, τη σπουδαιότερη σιταποθήκη του Πειραιά, στην οποία αποθηκευόταν και διακινούνταν το σιτάρι.

Στον έναν τοίχο, στη μια άκρη του οικοπέδου, διακρίνονται μερικές ξύλινες κατασκευές που μοιάζουν με ανοιχτά ντουλάπια.


Το (εγκαταλειμμένο) οικόπεδο με το ορατό τμήμα της Μακράς Στοάς, που είχε κατασκευαστεί την εποχή του Περικλέους. Σε αυτό το οικόπεδο είχε ανεγερθεί το ξενοδοχείο «Κοντινεντάλ», που καταστράφηκε σε βομβαρδισμό του 1944 | Φωτ. Βασίλης Μαθιουδάκης

Είναι ό,τι έχει απομείνει για να θυμίζει πως εκεί ήταν χτισμένο το «μέγα ξενοδοχείον» «Κοντινεντάλ», «το οποίον θεωρείται ως το καλλίτερον υπό άποψιν καθαριότητος και τοποθεσίας», σύμφωνα με εφημερίδες της εποχής.

Ηταν ένα επιβλητικό τριώροφο κτήριο που οικοδομήθηκε στις αρχές του 20ού αιώνα (1902-1904) και καταστράφηκε σχεδόν ολοκληρωτικά στον βομβαρδισμό της 11ης Ιανουαρίου 1944.

Οταν οικοδομήθηκε το ξενοδοχείο, ο Πειραιάς ήταν ήδη ένα μεγάλο εμποροβιομηχανικό κέντρο.

Από την αποδελτίωση των φορολογικών καταλόγων οικοδομών των ετών 1837, 1841, 1851 και 1861 παρατηρείται ότι η μεγαλύτερη συγκέντρωση εμπορικών λειτουργιών αναπτυσσόταν στα τμήματα της πόλης με άμεση επικοινωνία με το λιμάνι και τις οδούς που οδηγούσαν στην έξοδο της πόλης προς την πρωτεύουσα [Πηγή: Σταματίνα Μαλικούτη «Πειραιάς 1834-1912», Πολιτιστικό Ιδρυμα Ομίλου Πειραιώς, Ιστορικό Αρχείο Δήμου Πειραιά].


Δημ. Γούναρη και Νικήτα, γωνία: σαν να μην πέρασε μια μέρα από τον 19ο αιώνα, όταν σε αυτόν τον δρόμο ξεκίνησε να χτυπάει η καρδιά του πειραϊκού εμπορίου | Φωτ. Βασίλης Μαθιουδάκης

Ο βασικότερος δρόμος που έφτανε στο λιμάνι και οδηγούσε στην έξοδο της πόλης προς Αθήνα ήταν η οδός Δημ. Γούναρη ή Μακράς Στοάς, όπως είχε ονομαστεί, μεταξύ του 1851 και του 1852, στη πρώτη ονοματοδοσία των οδών της πόλης.

Το σημερινό όνομά της το έλαβε στις 22 Ιουνίου 1937, οπότε ο δήμος, στη διάρκεια της δικτατορίας Μεταξά, αποφάσισε να της δώσει το όνομα του θεωρούμενου ως «πατέρα της Δεξιάς», Δ. Γούναρη, που είχε εκτελεστεί το 1922 μετά τη «δίκη των έξι» για τη Μικρασιατική Καταστροφή.

Η οδός Μακράς Στοάς βρισκόταν στην «καρδιά» της Χιακής συνοικίας (στην άλλη πλευρά, προς τον Αγιο Νικόλαο, βρισκόταν η Υδραίικη συνοικία), της οποίας οι κάτοικοι ανέπτυξαν εμπορικές δραστηριότητες.

Ο ίλαρχος Γ. Αγγελόπουλος, φρούραρχος Πειραιώς, στο έργο του «Στατιστική Πειραιώς», που γράφτηκε το 1852 (επανέκδοση «Ελεύθερη Σκέψις», 2000, σελ. 6), περιγράφει τον δρόμο ως εξής:

«(…) η πρώτη (ενν. η Μακράς Στοάς) πλατυτέρα ούσα των λοιπών, άγει κατ’ ευθείαν εξ Αθηνών, διέρχεται από το δημοσιώτερον της αγοράς μέρος και φθάνει εις την προκυμαίαν, αριστερά του ιστάμενου επί της βασιλικής αποβάθρας (σ.σ. η σημερινή προβλήτα, απέναντι από τη Β’ Μεραρχίας, προβλήτα της Τρούμπας) και εστραμμένου προς τον λιμένα».

Το βράδυ οι δρόμοι ήταν σκοτεινοί. Ο φωτισμός άρχισε να λειτουργεί το 1878.

Τότε ξεκίνησε κανονικά τη λειτουργία της η «Εταιρεία αεριόφωτος Πειραιώς» και στους δρόμους της πόλης τοποθετήθηκαν οι πρώτοι 297 φανοί.

Πάντως, το 1852, όπως διαβάζουμε στη «Στατιστική Πειραιώς», στο τέλος της Μακράς Στοάς απέναντι από την πλατεία Οθωνος (τη σημερινή πλατεία Καραϊσκάκη), υπήρχαν παραπήγματα όπου λειτουργούσαν κρεοπωλεία, ιχθυοπωλεία και λαχανοπωλεία.

Προφανώς, ήταν στο ίδιο σημείο όπου βρίσκεται σήμερα η δημοτική αγορά του Πειραιά.


Η δημοτική αγορά του Πειραιά. Παρά τις διάφορες «μετακινήσεις», βρίσκεται στη «φυσική» θέση της επί της οδού Δ. Γούναρη από το 1852 | Φωτ. Βασίλης Μαθιουδάκης

Στη διασταύρωση με την οδού Τσαμαδού υπήρχε και μια από τις πέντε δημόσιες κρήνες, η οποία «είναι κατασκευασμένη από πωρίον» (=πωρόλιθο).

Από τότε υπήρχαν και τα πρώτα βιομηχανικά κτίρια. Ηταν το πνευματοποιείον του Γερμανού φιλέλληνα Κ. Σταπ, που παρασκεύαζε και έκανε εξαγωγή οινοπνεύματος.

Ο ίδιος είχε και «εξαίρετον φαρμακείον», από το οποίο «προμηθεύεται η Κυβέρνησις τα διά τον στρατόν απαιτούμενα εκάστοτε φάρμακα», ενώ πολλές φορές έδινε δωρεάν φάρμακα σε οικονομικά αδύναμους Πειραιώτες.

Επίσης, υπήρχαν τρία μανεστροποιεία, του Κ.Ν. Μελετόπουλου, του Κ. Πάνου και του Κ. Περίδη.

Ο Περίδης διατηρούσε κατάστημα και στην Κωνσταντινούπολη, όπου έκανε εξαγωγή μανέστρας (ένα ζυμαρικό σαν το κριθαράκι) και είχε και ένα από τα μεγαλύτερα αρτοποιεία το οποίο προμήθευε ψωμί σε εμπορικά και πολεμικά πλοία που έφταναν στον Πειραιά.

Τα πρώτα έργα οδοποιίας οργανώνονται στο διάστημα 1848-49, εκτελούνται με αργούς ρυθμούς και με σοβαρές οικονομικές δυσχέρειες και περιλαμβάνουν την ισοπέδωση και τη λιθόστρωση κεντρικών δρόμων: της οδού Γούναρη, της λεωφόρου Ποσειδώνος, καθώς και τμήματα των λεωφόρων Εθν. Αντιστάσεως, Ηρώων Πολυτεχνείου, Βασ. Γεωργίου Α’ και Γρ. Λαμπράκη.

Οι κεντρικές λεωφόροι τελειοποιούνται μόλις στα τέλη του 19ου αιώνα [Πηγή: Σταμ. Μαλικούτη, ό.π., σελ. 127-128].


Στάση του λεωφορείου στην «καρδιά» της αγοράς του Πειραιά. Παλιά υπήρχε «πιάτσα» με τα αμαξάκια, το βασικό μεταφορικό-συγκοινωνιακό μέσο του 19ου αιώνα. | Φωτ. Βασίλης Μαθιουδάκης

Με την είσοδο του 20ού αιώνα, ο Πειραιάς έχει γίνει το βασικό εμποροβιομηχανικό κέντρο και η οδός Μακράς Στοάς συγκεντρώνει διαφόρων ειδών δραστηριότητες.

Στον «Οδηγό του Πειραιώς» του 1902 διαβάζουμε ότι σε αυτόν τον δρόμο υπήρχαν πέντε επιχειρήσεις αλευρεμπόρων, ένα βαρελοποιείο, έξι καταστήματα ετοίμων ενδυμάτων, δύο μακαρονοποιεία, φαρμακεία, καφενεία, κουρεία, εστιατόρια, καπνοπωλεία κ.ά.

Ενα από τα καπνοπωλεία, μαζί με καφενείο, ήταν του Χρήστου Χρηστόπουλου ή Αραπάκου, στην οδό Μακράς Στοάς 47, του οποίου η λειτουργία είχε αποτελέσει είδηση ακόμα και στις αθηναϊκές εφημερίδες.

«Η γείτων πόλις απόκτησεν εν ακόμη λαμπρόν κέντρον, το επί της λεωφόρου Μακράς Στοάς παρά το Αμαξοστάσιον (σ.σ. η «πιάτσα» των αμαξών) καφφενείον και καπνοπωλείον του κ. Χρήστου Χρηστοπούλου ή Αραπάκου.

Εν αυτώ θα εύρητε τα εκλεκτότερα καπνά και πάντα τα είδη του καφενείου καθαρά και πρώτης ποιότητος», έγραφε, στις 10.9.1901, η εφημερίδα «Εμπρός».

Στην αγορά υπήρχαν επτά ιχθυοπωλεία, καταστήματα με αποικιακά και εγχώρια προϊόντα, εδωδιμοπωλεία, παντοπωλεία, οπωροπωλεία και δύο οινοπωλεία.

Στις περιγραφές φαίνονται και μια σειρά δραστηριότητες που πλέον έχουν «σβήσει», όπως βαρελοποιείο, καροποιείο, καρφοβελονοποιείο, σελοποιείο και φελοποιείο…


Παλιές αποθήκες και καταστήματα, με τις ξεβαμμένες πινακίδες να θυμίζουν ότι κάποτε είχαν ζωή | Φωτ. Βασίλης Μαθιουδάκης

Εκείνη την εποχή λειτουργούσε το ξενοδοχείο «Νασιονάλ», ενώ στην περιοχή υπήρχαν και ορισμένα ποτοποιεία. Κάποια απ’ αυτά παρήγαν ποτά τύπου κονιάκ που για πολλά χρόνια κυριάρχησαν στην ελληνική και διεθνή αγορά.

Τέτοιο ήταν το κονιάκ Μεταξά Σ και Η, που παρασκευαζόταν στην οδό Αριστείδου 7, αλλά και το κονιάκ Μπαρμπαρέσου, με έδρα στην οδό Μακράς Στοάς 51, εκεί όπου σήμερα βρίσκεται το εμπορικό ακίνητο «Μεσόγειος», κοντά στην Ακτή Ποσειδώνος.

Τα επόμενα χρόνια, την περίοδο του Μεσοπολέμου, θα αρχίσουν να κατασκευάζονται νεοκλασικά μέγαρα γραφείων, όπως το Μέγαρο Γαβριήλ στη διασταύρωση με την οδό Καραολή-Δημητρίου, το Μέγαρο Σφαέλλου, στη διασταύρωση με την οδό Νικήτα κ.ά., για να φτάσουμε στις δεκαετίες του 1960 και του 1970, οπότε παίρνουν θέση και τα «σύγχρονα», πολυώροφα κτίρια γραφείων.
https://www.efsyn.gr/



Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...