2 Μαΐ 2017

Οι τεκέδες από τη Δραπετσώνα ως τον Πειραιά,η «παράγκα του Σερενάκη»,η ξακουστή Τετράς!

Ένα απέραντο ….χασισοποτείο ήταν η περιοχή από το Χατζηκυριάκειο μέχρι τα Ταμπούρια και τη Δραπετσώνα ως τα τέλη της δεκαετίας του 1930. Λειτουργούσαν τουλάχιστον τριάντα τεκέδες.
Το πιο πολυτελέστερο ….χασισοποτείο ήταν του Τζοάνου, μιας μεγάλης μορφής του κόσμου της εποχής εκείνης. Λειτουργούσε και σαν καφενείο-ουζερί, πάντα με δροσερές και ελαφροντυμένες γκαρσόνες, έτοιμες να ικανοποιήσουν απαιτητικούς πελάτες.
Ένα βράδυ, παρ ότι απαγορευόταν, ένας δόκιμος της Σχολής Ναυτικών Δοκίμων, μπήκε στου Τζοάνου με την επίσημη στολή εξόδου. Ο Τζοάνος είτε για να τον περιποιηθεί, είτε για να τον ξεφτιλίσει, του έβαλε πάνω στο κάρβουνο τουμπεκί, που είναι βαρύτερο απ’ το χασίς.

Ο δόκιμος, αμάθητος στο ναρκωτικό, ζαλίστηκε κι αποφάσισε να φύγει γρήγορα. Παραπατούσε και κατά λάθος παρέσυρε και έσπασε με τη χλαίνη του τον αργιλέ. Τότε οι ρεμπέτες σκάρωσαν ένα τετράστιχο, που έγινε σουξεδάκι στις φυλακές:

Διαφήμιση


Μας έσπασες τον αργιλέ
κυρ λοχαγέ, κυρ λοχαγέ.
Τον πήρε η μανδύα σου
Γα………………………………..
Όπως γράφει το «Ασκαρδαμυκτί» ξακουστός τεκές ήταν κι η «παράγκα του Σερενάκη», στα Δημοτικά Σφαγεία στα Λιπάσματα της Δραπετσώνας. Εκεί μαζευόταν η σάρα και η μάρα. Οι χειρότεροι μαχαιροβγάλτες του Πειραιά. Σε καθάριζαν «δια ασήμαντον αφορμήν»…….
Κοντά στον Αγιο Διονύση, σε μια πάροδο της Κανελλοπούλου, ήταν ο τεκές της κυρα-Ρήνης της Μπουρδούσαινας. Ήταν μια όμορφη γυναίκα και πολλοί την γυρόφερναν.
Στην περιοχή των Βούρλων λειτουργούσε και ο «περιοδεύων» τεκές του Σάλωνα. Κάθε τρεις και λίγο άλλαζε στέκι για να μην τον εντοπίζουν οι Χωροφύλακες. Σ’ αυτόν πάγαιναν οι χασικλήδες γιατί είχε το «Μπρούσσο φίνο». Εξ ου και το τετράστιχο:
Θα πάω να μαστουρωθώ
και τη χαρά μου να ‘βρω
μες στον τεκέ του Σάλωνα
πού ‘χει το φίνο μαύρο.

Χασίς και ρεμπέτικο. Βίοι παράλληλοι. Ένα είδος μουσικής που αναπτύχθηκε παράνομα, μέσα στους τεκέδες και κάτω από τη βαριά μυ­ρωδιά του χασίς. Πριν από τη Μικρασιατική Καταστροφή – που μας έφερε και το ρεμπέτικο, κα­τά κάποιο τρόπο- από το 1914 είχε εγκατασταθεί «πλήθος χασισοποτών», κυρίως από τη Μικρά Ασία, στην «Πειραϊκή Χερσό­νησο» που από παλιά, λόγω των ερημικών τοποθεσιών της, χρησίμευε ως κέντρο χασικλήδων.
Μετά την καταστροφή της Σμύρνης το 1922, και τον ερχο­μό των προσφύγων στην Ελλά­δα το ρεμπέτικο εκτινάσσεται και με τη βοήθεια της δισκογραφίας στα χρόνια του 30. Βιολί, ούτι, σα­ντούρι, λύρα, κανονάκι για τα σμυρναίικα και μπουζούκι, κι­θάρα, μπαγλαμάς -κατ εξοχήν όργανο της φυλακή- για το ρε­μπέτικο στον Πειραιά. Στο λιμά­νι, άλλωστε, αναδύεται το ρεμπέτικο με τη μορφή που το ξέ­ρουμε.
«Εκεί στις φτωχογειτονιές του Πειραιά, καταστάλαζε το όνει­ρο της μέρας. Κι απ αυτό το υλι­κό, από τα όνειρα των ανθρώ­πων, ο Μάρκος έφτιαχνε τα τραγούδια του. Κι οι άνθρωποι, όλοι αυτοί οι θεόφτωχοι και οι ρέστοι, άκουγαν τα δεινά και τα πάθη τους να γίνονται τραγούδι, το τρα­γούδαγαν, ξεγελιόντουσαν και συνέχιζαν να ζουν», θυμάται ο Στέλιος Βαμβακάρης και απα­ντά ίσως με αυτό τον τρόπο στο πώς είναι δυνατόν τα στρώμα­τα των αγράμματων, αμόρφω­των και ρυπαρών, ενίοτε εξα­θλιωμένων, να δημιουργήσουν τόσο πρωτότυπες καλλιτεχνικές μορφές ποίησης μουσικής, χο­ρού.
Γιατί έτσι ακριβώς ήταν οι ρε­μπέτες
Λιμενεργάτες, εκδορείς -όπως και ο Μάρκος-, παλαιοπώλες…
Η σκιά του Μάρκου -του κύ­ριου εκφραστή του είδους- όπως και του ρεμπέτικου απλώνεται πάνω από τον Πειραιά, κυρίως του λιμανιού και των βορινών προσφυγικών συνοικισμών. Ποτέ το ρεμπέτικο δεν έγινε υπό­θεση των πολλών.
Μέχρι το ’37, περίπου, και τη δικτατορία του Μεταξά, το ρε­μπέτικο ήταν ρεμπέτικο. Μετά άρχισε η λογοκρισία. Οι λουλάδες, οι πρέζες και τα χασίσια πετάχτηκαν από τα τραγούδια και αυτό που έμεινε ήταν ένα νέο είδος μουσικής διάδοχο του ρε­μπέτικου, που τα ηνία ανέλαβε ο Βασίλης Τσιτσάνης. Ακολούθησε και ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος που έβαλε τέλος στους τεκέδες..

Η Τετράς

Τετράς, η ξακουστή του Πειραιώς. Βρισκόμαστε στο 1934 και οι Γ. Μπάτης, Ανέστος Δεληάς, Μάρκος Βαμβακάρης και Στράτος Παγιουμιτζής σχημα­τίζουν την πρώτη ρεμπέτικη κο­μπανία και εμφανίζονται στη Μάντρα του Σαραντόπουλου, κάπου εκεί στη Δραπετσώνα.
Τους βρίσκουμε ακόμη στην πλατεία Καραϊσκάκη, στην Κρεμμυδαρού -σημερινή Δραπετσώνα-, στο Κερατσίνι, αλ­λά και στα άγρια βράχια που χρησίμευσαν σαν κρυψώνες για τους «πότες» του Πειραιά.
Ο Ανέστος ήρθε από τη Σμύρνη, ο Στράτος από το Αϊβαλί, ενώ ο Μάρκος από τη Σύρο και ο Μπάτης από τα Μέθενα.
Ο Μάρκος μπαίνει στη δου­λειά από εφτά χρονών παιδί. Στα 13 του θα βρεθεί λαθρεπιβάτης να ταξιδεύει για τον Πειραιά. Πρώτη στάση στα Ταμπούρια και χαμάλης στο λιμάνι. Ξεφορτωτής στις μαούνες στη συνέ­χεια, αλλά και εκδορέας στα Σφαγεία του Πειραιά. Στα 17 του έρχεται η πρώτη εμπειρία με το χασίς. Ακολούθησε μια ζωή μέ­σα στους τεκέδες τις πόρνες, το κυνηγητό απ’ την αστυνομία, τα κρατητήρια και τις φυλακίσεις το άγχος της επιβίωσης, αλλά και το μεράκι για το μπουζούκι και το τραγούδι.
Ο Μπάτης είχε ένα μικρό κα­φενεδάκι στου Καραϊσκάκη, στα τότε Λεμονάδικα. Δυο-τρία τραπεζάκια όλα και όλα, και ένα πατάρι. Εκεί είχε πολλά όργανα, τόσα που κάποτε για τη μεταφορά τους στην Ασφάλεια χρειάστηκε χειράμαξο. Έξω από αυτό το καφενείο έχουν τραβηχτεί μερικές από τις ιστορικότερες φωτογραφίες του ρεμπέτικου.
Το καφενείο είχε δυο πόρτες προς το εσωτερικό δρομάκι και ανάμεσα του υπήρχε ένα χώρι­σμα που δημιουργούσε δύο μικρούς χώρους. Ο ένας έδινε την όψη κανονικού καφενείου. Στον άλλο, μέσα, υπήρχαν τα σύνερ­γα του χασίς και από μια μικρή τρύπα ενός ρόζου πέρναγε το μαρκούτσι του ναργιλέ προς τον χώρο του κανονικού καφενεί­ου, απ’ όπου τραβούσαν εκ πε­ριτροπής και στην περίπτωση κινδύνου απλώς το μαρκούτσι τραβιόταν από μέσα. Και λέγε­ται πως κάποια φορά ένας αστυφύλακας μπήκε στο καφε­νεδάκι αιφνιδιαστικά, και το μεν μαρκούτσι τραβήχτηκε από τον παραγιό που ήταν στον διπλα­νό χώρο και δεν έγινε αντιληπτό, αλλά ο Μπάτης κατελήφθη με το στόμα γεμάτο ντουμάνι, κλει­στό όμως. Και στην παρατήρη­ση του αστυφύλακα γιατί κρα­τάει το στόμα του κλειστό, ο Μπάτης το άνοιξε βγάζοντας καπνούς ρυθμικά και κάπως τε­λετουργικά, συνιστώντας να μην τον απασχολούν γιατί είναι φακίρης!
Πάντως, «όλως τυχαίως», το 1937 πυρκαγιά κατέστρεψε την πλατεία Καραϊσκάκη και τα Λεμονάδικα, κι οι μάγκες ξεσπιτώθηκαν…
Ο Μεταξάς κυνήγησε πολύ το μπουζούκι, το ρεμπέτικο και το μαρκούτσι! Το 1937 βγήκε νόμος που απαγόρευε τους αμανέδες, τους τεκέδες, τους μπαγλαμάδες και τους λουλάδες.

Στο μπαρ » ΜΑΡΚΟΣ» στα Ασπρα Χώματα Παλαιάς Κοκκινιάς, Στράτος, Μάρκος, Μπάτης, Δεληάς, η κομπανία «ΤΕΤΡΑΣ».

Για τον Ανέστο Δεληά, ή Αρτέμη, ο Βαμβακάρης γράφει στην αυτοβιογραφία του: «Ο Δεληάς ήταν ένα παιδάκι και κα­θόταν εκεί στο Καστράκι, εκεί που καθόνταν οι πρόσφυγες. Εκεί υπήρχανε όλοι οι τεκέδες Επηγαίναμε κι αυτός λοιπόν ετραβιότανε με τους τεκέδες κι έπαι­ζε κατ’ αρχήν κιθάρα. Εγώ τον έβαλα μπροστά να μάθει μπου­ζούκι, κι όπως και έμαθε. Αυτός ήταν πολύ καλό παιδί αλλά τον έφαγε η πρέζα. Εμείς τότε δεν τον εζυγώναμε».
«Με το Στράτο εγυρίζαμε τους τεκέδες, καθαρά. Τον οποίο γνωριστήκαμε εκεί μέσα, γιατί ο Στράτος ετραγούδαγε τότες και εγώ έπαιζα μπουζούκι. Ήταν βαρκάρης αυτός. Τον λέγανε κουτόμαγκα γιατί εφούσκωνε από χασίσι αυτός», γράφει ο Μάρκος.
Τι κι αν με νόμο του 1919 «τιμωρούνται δια φυλα­κίσεως οι διευθυνταί ή οι συντηρούντες καταγώγια ή άλλα ενδιαιτήματα εν οις κατά σύστημα παρέχονται τα μέσα προς χασισοποτίαν ή οι τινές εν γνώσει ανέχονται τούτο καίτοι μη παρέχοντες τα μέσα».
Τα χασισοποτεία, ή τεκέδες, κυριαρχούσαν στον Πειραιά -και όχι μόνο- παρέα με το ρε­μπέτικο. Ο συσχετισμός δεν γί­νεται αυθαίρετα. Γράφει ο Κ. Μακρής το 1929 στο βιβλίο «Το ελληνικόν χασίς»: «Τα σύνεργα του ‘Ελληνος χασιστού, του ανήκοντος ες τας κατωτέρας ταύτας τάξεις, είναι η καπνοσύριγξ και είδος εγχόρδου οργάνου όπερ αποκαλούσι μπαγλαμάν, και τους ήχους του οποίου θε­ωρούσαν απαραίτητους κατά την διάρκεια της μέθης των»…
Στο «Μπουκέτο» του 1929 δια­βάζουμε: «τότε εμφανίζεται και μια εξαιρετική υπερευαισθη­σία της ακοής. Η μουσική επε­νεργεί με τον πιο έντονο τρόπο στον χασισοπότη…Έστω και αν δεν ξέρει χορό σηκώνεται πολλές φορές και χορεύει».

ΤΟ ΛΙΒΑΝΙΣΜΑ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΜΑΡΙΝΑΣ

Σε τοπική εφημερίδα του Πειραιά δημοσιεύεται έφοδος ενός αστυνομικού σε «χασικλήδικο»:
«Ο Φάνης, ο ιδιοκτήτης του καταγωγίου, τρίβει τα μάτια του, χαμογελάει, μας κάνει διάφορες ρεβεράντσες και μας γλυκομιλάει:
– Καλώς τα παλικάρια. Πώς αυτό στο τσαρδί μας;
Οι άλλοι, οι μαστούρηδες, μορφάζουνε απελπιστικά από ικανοποίηση για την φιλική μας προσέγγιση. Ο ένας μάλιστα απ’ αυτούς μας δείχνει δύο σκαμνιά και μας καλεί να κάτσουμε ενώ τραγουδάει τη συνοδεία ενός μπαγλαμά:
Πού θα βρούμε, πού θα βρούμε
ναργιλέ για να την πι­ούμε…
Ο αστυνομικός μετά τις φιλικές διαχύσεις ζητάει τον λουλά. Αυτός όμως έχει εξαφανιστεί ως δια μαγείας και όλοι σταυροκοπιούνται, ότι απόψε δεν τον άναψαν. Παρ’ όλες τις επιμονές του, εκείνοι αρνούνται πάντοτε.
Όταν δε τους ρώτησε: Μα, καλά, βρωμάει χασίσι όλη η χαμοκέλα σας, ο Φάνης με περί­φημη επιτήδευση λέγει: «Τι λες, κυρ-Παναγή μου. Λιβάνι­σα το εικόνισμα μια κι είναι της χάρης της σήμερα, της Αγίας Μαρίνας».
Τους τεκέδες του Πειραιά «έδειξε» και ο Μάρκος μέσα από το τραγούδι του «Ο χαρ­μάνης». Ο πρώτος ήταν του Ζουάνου του Καλοκαιρινού. Υπήρχαν και του Κωλομπότση, του Μίχαλου, του Φούκα, του Σάλωνα, του Αβίγλη…«Όλοι οι τεκέδες ήταν ίδιοι, αφηγείται ο Βαμβακάρης.
Ένα σπιτάκι ήτανε τεκές. Ένα άλλο παραγκάκι. Δεν υπήρχε, δηλαδή, να ναι σαλόνι να το κά­νουνε τεκέ. Όχι …. Ο τεκές του Σάλωνα ήτανε δύο παραγκίτσες ξύλινες εκεί στο Καστράκι που ήταν οι πρόσφυγες. Το ίδιο ήτανε και του Μίχαλου, στα Χιώ­τικα.
Ο Λυκαδιώτης είχε ένα μαγαζά­κι σαν καφενείο. Ύστερα ήταν του Γεράσιμου, πάλι στο Γκαζοχώρι του Πειραιά, κοντά στη Λεύκα. Κι αυτό σα μικρό καφε­νεδάκι ήταν. Πολλές φορές παίρνανε τα βουνά, Λεύκα, πρανή Καραβά, Αγίας Σοφίας. Να φουμάρουνε άργιλε γιαβάσικο, δηλαδή ήσυχα, ωραία, όμορφα όχι άψε σβήσε. Στο βουνό, στις σπηλιές.

www.koutouzis.gr .

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...